Moto Guzzι: μια σπουδαία ιστορία Ιστορία Moto Guzzi
ΑΓΩΝΕΣ
Το 1949 ξανάρχισαν οι διεθνείς αγώνες μετά τον πόλεμο , και τα μονοκύλινδρα της Moto Guzzi κέρδισαν τους τρεις, από τους πρώτους τέσσερις παγκόσμιους τίτλους των 250cc με αναβάτες τους Bruno Ruffo και Enrico Lorenzetti. Το 1950 η Moto Guzzi έγινε ο μοναδικός κατασκευαστής μοτοσυκλέτας παγκόσμια με τούνελ αεροδυναμικής, το οποίο επέτρεπε δοκιμές πρωτότυπων 1:1, και οδήγησε στην κατασκευή των πρώτων ολόσωμων φέρινγκ. Με αυτό το πλεονέκτημα οι μοτοσυκλέτες εύκολα έπιαναν 200+ km με αποτέλεσμα να συνεχιστούν οι νίκες σε αγώνες καθώς και η εμπορική επιτυχία. Οι επιτυχίες ήρθαν σύντομα στην κατηγορία των 350cc, όπου η Moto Guzzi κέρδισε πέντε συνεχόμενα πρωταθλήματα από το 1953. Δύο με τον Σκωτσέζο Fergus Anderson, δύο με τον Αγγλο Bill Lomas και ένα με τον Αυστραλό Keith Campbell. Η αγωνιστική ομάδα με επικεφαλής τον ιδιοφυή Giulio Cesare Carcano και οι συνεργάτες του Umberto Todero και Enrico Cantoni ήταν μια πηγή καινοτομιών.
Μόνο ένα ελεύθερο μυαλό που δεν φοβάται να ονειρεύεται, θα σκεφτόταν σε συνθήκες αγωνιστικής πίεσης να φτιάξει εναν V8 κινητήρα 500cc με κάρτερ μεγέθους 250cc και να τον στριμώξει στα υπάρχοντα αγωνιστικά πλαίσια. Ο κινητήρας ήταν υγρόψυκτος με τέσσερις εκκεντροφόρους, περιεχόμενη γωνία 90o και περιστρεφόταν μέχρι τις 12.500rpm, απέδιδε 73hp στον πίσω τροχό και τελική άνω των 270km/h (πηγές αναφέρουν οτι είχε μετρηθεί στα 286km/h !!! στο Βελγικό GP του 1957 στο Spa). Κανείς δεν είχε τολμήσει σε αγώνες να φτιάξει τέτοιο μοτέρ, γεγονός που αποδεικνύει την τεχνολογική υπεροχή της Moto Guzzi εκείνη την εποχή. Αν και το V8 έκανε σποραδικές νίκες, προβλήματα εξέλιξης δεν επέτρεψαν να κατακτήσει πρωτάθλημα, και τελικά το πρόγραμμα εξέλιξης σταμάτησε όταν αποχώρησε η Guzzi απο τους αγώνες το '57.
Η ΚΡΙΣΗ
Στις αρχές του 1950 η Moto Guzzi ήταν μια υγιής εταιρεία με 24,000 m² εγκαταστάσεις και πάνω απο 1500 εργαζόμενους. Στο τέλος της δεκαετίας όμως, η Ιταλική βιομηχανία μοτοσυκλετών είχε αρχίσει να νιώθει την πίεση, καθώς η βελτίωση της οικονομίας, ωθούσε τους εργαζόμενους προς το μικρό αυτοκίνητο αντί της μοτοσυκλέτας. Το αυτοκίνητο δεν ήταν πια ένα άπιαστο όνειρο για την μεσαία τάξη, καθώς ένα FIAT 500 κόστιζε μόνο 400,000 λιρέτες.
Το 1957 οι τρείς μεγάλοι Ιταλοί κατασκευαστές - Moto Guzzi, Gilera και Mondial - ομόφωνα αποφάσισαν να αποσυρθούν απο τους αγώνες. 26 Σεπτέμβρη του 1957, η Moto Guzzi έβαλε τέλος στην μεγάλη αγωνιστική παρουσία της με απολογισμό 3329 νίκες, 14 Παγκόσμια πρωταθλήματα και 11 Tourist trophies(TT).
Το Φεβρουάριο του 1967, η Moto Guzzi τελικά εξαγοράστηκε απο την Seimm. Αρχικά εστίασαν στην παραγωγή μοτοποδηλάτων, όπως το Dingo και το Trotter, και στη μείωση του κόστους, πράγμα το οποίο πέτυχαν απολύοντας πολλούς εργαζομένους, μεταξύ άλλων και τον αρχιμηχανικό Giulio Cesare Carcano λίγο αργότερα. Ειρωνικά, ο μεγάλος V2 έγινε διάσημος με τον πατέρα του απόντα. Το V7 Guzzi 703 cc μπήκε στην παραγωγή το 1967. Μετά την θετική ανταπόκριση της αγοράς, το V7 σύντομα έδωσε την θέση του στην δεύτερη γενια το V7 Special με 750 cc. To 1972 άρχισε και η παραγωγή της California, βασισμένη σε ένα σχέδιο V7 που αγόρασε σε μεγάλες ποσότητες το Los Angeles Police Department. Μετά ήρθε το νέο πλαίσιο του Lino Tonti, και το το μυθικό V7 Sport, μια μοτοσυκλέτα σπορ που ξεχώριζε για το κομψό Ιταλικό σχέδιο και τις επιδόσεις της. Η Αμερική ερωτεύτηκε τα νέα Guzzi και σύντομα κυκλοφόρησαν ανάλογες πολιτικές εκδόσεις για την αμερικάνικη αγορά. Η California και το Ambassador αρχικά, και το GT850 California και Eldorado αργότερα. Η Ιταλική φινέτσα συνδυασμένη με ισχυρούς κινητήρες αιχμαλώτισαν την φαντασία των Αμερικάνων σε τέτοιο βαθμό, ώστε να τα βλεπεις συχνά σε κινηματογραφικές ταινίες και διαφημίσεις εποχής. Ακόμα και σήμερα το πάθος για τα Moto Guzzi είναι ισχυρό στην USA.