Moto Guzzi 850 Le Mans Μοντέλα Moto Guzzi
Το 850 Le Mans μπήκε στην αγορά το 1976, με το χαρακτηριστικό cafe racer στυλ που είχε η πρώτη σειρά. Αν και κάποιοι το ονόμασαν ο "Ασσος" ή Mark I (Αγγλοι/Αμερικάνοι), για το εργοστάσιο το επίσημο όνομα ήταν 850 Le Mans και ήταν το πρώτο μοντέλο της σειράς που παρέμεινε στην παραγωγή για σχεδόν 15 χρόνια με τρείς εκδόσεις με κινητήρα 850cc, και κατόπιν με κινητήρα 1000 cc έως το 1993.
Λίγη ιστορία πρίν...
Η άφιξη στο Mandello το 1967 ενός "αγωνιστικού" μηχανικού όπως ο Lino Tonti έφερε μια αποφασιστική στροφή στα προγράμματα της Moto Guzzi και στο πεπρωμένο της V7, της μοτοσικλέτας που ο Giulio Carcano δημιούργησε με προορισμό τον μεγάλο τουρισμό και τις στρατιωτικές προμήθειες. Τον Οκτώβριο του 1967 ο Tonti άρχισε να δείχνει τις προθέσεις του δοκιμάζοντας στην πίστα υψηλών ταχυτήτων της Monza δύο V7 ελαφρωμένες, με μεγαλύτερη ισχύ και με φαίρινγκ πλήρους κάλυψης με στόχο παγκόσμια ρεκόρ μεγάλων αποστάσεων για τις κατηγορίες 759 και 1000 κ.ε. Η επιτυχία της αποστολής, που οφειλόταν επίσης και στην λαμπρή επίδοση της άξιας ομάδας οδηγών, έφερε έναν φρέσκο αέρα στο Mandello και δημιούργησε τη βάση για το επόμενο βήμα που ήταν η δημιουργία μιας πραγματικά sport έκδοσης της V7.
Το πρωτότυπο που έμελε να γίνει η μελλοντική V7 Sport εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Monza στα 500 km του 1971, με οδηγούς τον Vittorio Brambila και τον Guido Mandracci, και δημιούργησε την έκπληξη αμέσως με την άψογη σταθερότητα και ευελιξία που έδινε το νέο πλαίσιο (Tonti), επιτρέποντας να ξεπεραστεί το μειονέκτημα της μικρότερης ισχύος των κινητήρων σε σχέση με αυτούς του ανταγωνισμού, ειδικά στους αγώνες μεγάλων αποστάσεων.
Πριν το τέλος του 1971 η Sport συμμετέχει και στο Bol d’Or που γινόταν στην πίστα του Le Mans με 24ωρη διάρκεια. Το καλύτερο αποτέλεσμα για την Moto Guzzi ήταν η τρίτη θέση του ζευγαριού Brambilla-Mandracci που αφού ήταν επικεφαλής για 10 ώρες, καθυστέρησαν από προβλήματα στο καρμπυρατέρ, ενώ το ζευγάρι Riva-Sciaresa ήρθε έκτο.
Το 1972 η δραστηριότητα γύρω από την V7 ήταν πιο έντονη. Τον Απρίλιο τρεις μοτοσικλέτες με τους Findlay, Mandracci και Vittorio Brambilla συμμετέχουν στα 200 μίλια της Imola αλλά η μικρή απόσταση ήταν σε βάρος τους. Την καλύτερη θέση πέτυχε ο Brambilla φτάνοντας όγδοος, ένα γύρο πίσω από τις νικήτριες Ducati των Smart και Spaggiari. Τα πράγματα πήγαν καλύτερα στις Έξι Ώρες της Monza, όπου οι αδερφοί Brambilla πήραν την τρίτη θέση, αλλά βασικά αυτές οι αγωνιστικές συμμετοχές ήταν μια άριστη ευκαιρία για δοκιμές και βελτιώσεις που θα έρχονταν στην παραγωγή. Το 1972 επέστρεψαν στο Le Mans για το Bol d’Or όπου οι Moto Guzzi κυριάρχησαν στον αγώνα κατ’ αρχή με τους αδελφούς Brambilla μέχρι την πτώση μέσα στη νύχτα του Vittorio, πάνω σε λάδια, και κατόπιν μέχρι την δέκατη πέμπτη ώρα με το ζευγάρι Mandracci-Riva όπου αναγκάστηκαν να κάνουν μια στάση μεγάλης διάρκειας στα pit για αλλαγή κιβωτίου. Κατάφεραν παρόλα αυτά να κερδίσουν την τέταρτη θέση. Η πρώτη αύξηση του κυβισμού του V7sport στα 850cc, παρουσιάστηκε σε ένα πρωτότυπο ειδικά για το “Premio Varrone” στο τέλος του 1971, ένα βραβείο που έδινε μια επιτροπή με πρόεδρο τον αρχιτέκτονα Cossuti, έναν παθιασμένο μοτοσικλετιστή από το Μιλάνο, σε μοτοσικλέτες κύρους υψηλού κυβισμού. Η πρώτη μοτοσικλέτα παραγωγής όμως που είχε τον κινητήρα με τον νέο κυβισμό ήταν η τουριστική 850GT του 1972. Για να υπάρξει η αύξηση του κυβισμού συνδυάστηκε η διάμετρος των 83 χιλ. της V7 Special με μια διαδρομή που αυξήθηκε από τα 70 στα 78 χιλιοστά. Η GT όμως καθώς βασιζόταν στο παλιό V7 δεν ωφελήθηκε ιδιαίτερα απο αυτή την πρώτη εφαρμογή αυξημένου κυβισμού και η ισχύς της ήταν ελαφρά χαμηλότερη της V7 Sport (51 CV έναντι 52 CV), διότι το ζητούμενο ήταν κυρίως η μεγαλύτερη ελαστικότητα και ροπή. Στην παραγωγή το V7 sport παρέμεινε στα 750cc και στις τρείς εκδόσεις του (V7 sport, 750 S, 750 S3) μέχρι το 1975.
Η τεχνολογία της 850 Le Mans
Ο "Άσσος" είχε δύο σειρές παραγωγής με μερικές διαφορές. Η πιο ορατή διαφορά στο "Series 1" είναι το πίσω φτερό και το χαρακτηριστικό πίσω φανάρι της CEV, ανταλλακτικό κοινό σε πολλές Ιταλικές μοτοσυκλέτες της εποχής. Υπολογίζεται οτι μέχρι το Σεπτέμβριο του 1976 είχαν βγει κάτι λιγότερο απο 2000 μονάδες της πρώτης σειράς απο την αλυσίδα παραγωγής. Το "Series 2" συνέχισε με περίπου άλλες 4000 μονάδες, φορώντας πλέον ένα διαφορετικό πίσω φτερό με το νέο ορθογώνιο πλαστικό πίσω φανάρι της Detomaso εποχής, το οποίο συνέχισε στο Lemans II, αλλά παράλληλα φορέθηκε και απο άλλα μοντέλα όπως το SP 1000. Άλλες διαφορές μεταξύ πρώτης και δεύτερης σειράς ήταν οτι το πηρούνι απέκτησε μαύρο χρώμα στο κάτω μέρος, η σχεδόν μονόσελη cafe racer σέλα έδωσε την θέση της σε μια μεγαλύτερη και πιο άνετη για δύο άτομα, προστέθηκε μερικός χιλιομετρητής, και αλλάχτηκαν οι βάσεις των εμπρός φλάς.
Συγκριτικά με ένα φθηνότερο T3 850, στο Lemans έπαιρνες παραπάνω τα υψηλής συμπίεσης πιστόνια, μεγαλύτερες βαλβίδες εισαγωγής και εξαγωγής, DellOrto 36mm με φιλτροχοάνες με σίτα, τα Tomasselli clip-ons, και πιο κοντή γκαζιέρα (1/4 της στροφής). Σχετικά με τον κινητήρα πρέπει να πούμε επιπρόσθετα από τα ήδη γνωστά, πως οι κύλινδροι από ελαφρύ κράμα απέκτησαν νέα χιτώνια απο χυτοσίδηρο, ύστερα από την χρήση κυλίνδρων με επίστρωση χρώμιου στο V7 sport που είχε παρουσιάσει κάποια προβλήματα αντοχής. Η μετάδοση, χωρίς αλλαγές, έχει ένα αξονάκι σε σειρά με τον συμπλέκτη, εφοδιασμένο με ευέλικτη σύνδεση που ενεργεί στην πρωτεύουσα του κιβωτίου μέσω ενός ζεύγους γραναζιών με ίσια δόντια. Το κιβώτιο πέντε σχέσεων είναι παρόμοιο με αυτό του V7 Sport με εξαίρεση τις σχέσεις ταχυτήτων και το ίδιο συμβαίνει με την τελική μετάδοση. Να σημειωθεί όμως πως το σύστημα φρένων που ορίζεται πλέον ως “integrale”, έχει ένα συνδυασμό του ελέγχου τους, στην προσπάθεια να γίνει ευκολότερη η εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που προσφέρουν τα άριστα φρένα που τοποθετήθηκαν. Συγκεκριμένα υπάρχουν μπροστά διπλοί δίσκοι Brembo των 300 χιλιοστών και πίσω ένας δίσκος των 242 χιλιοστών. Το υδραυλικό σύστημα έχει μια σύνδεση στο πεντάλ του πίσω φρένου με ένα κύκλωμα που ενεργεί στον πίσω δίσκο και σε έναν από τους μπροστινούς, ενώ ο άλλος εμπρός δίσκος έχει δικό του ανεξάρτητο υδραυλικό κύκλωμα που ελέγχεται από αντλία συνδεδεμένη ση μανέτα του φρένου. Το κυρίως κύκλωμα είναι ρυθμισμένο έτσι ώστε πάντα να μπλοκάρει πρώτα η πίσω ρόδα. Αυτό το σύστημα φρένων τοποθετήθηκε σε όλα τα μοντέλα προερχόμενα από το V7 σε παραγωγή την ίδια χρονιά, δηλαδή το 1975. Το πλαίσιο, σε όλα παρόμοιο με αυτό του V7 Sport, έχει πρόβλεψη για αφαίρεση του κάτω τμήματος για την εξαγωγή του κινητήρα. Στις αναρτήσεις υπάρχει μπροστά ένα πιρούνι τηλεσκοπικό κατασκευασμένο από την ίδια την Moto Guzzi, και πίσω υπάρχει ένα κλασικό ψαλίδι με διπλά αμορτισέρ. Οι ακτινωτοί τροχοί είναι χυτοί απο ελαφρύ κράμα διαστάσεων WM 3/2,15 – 18” και φορούν
ελαστικά 3,50 H 18 εμπρός και 4,00 H 18 πίσω. Εναλλακτικά μπορούν να τοποθετηθούν λάστιχα 100/90 H 18 εμπρός και πίσω τα 4,10 V 18 ή τα 110/90 H 18. Το βάρος της 850 Le Mans δηλώθηκε στα 215 κιλά κενή σε σχέση με τα 206 της V7 Sport. Αισθητικά η μοτοσικλέτα έχει έναν πιο επιθετικό χαρακτήρα σε σχέση με την V7 Sport με ένα μικρό φέρινγκ, μια σέλα βασικά μονοθέσια φτιαγμένη απο αφρώδες υλικό και μαύρες εξατμίσεις με τελικά ανασηκωμένα πίσω. Οι περισσότερες μοτοσυκλέτες έιχαν κόκκινη βαφή συνδυασμένη με μαύρο ματ, και λιγότερες σε θαλασσί μπλέ με μαύρο. Ελάχιστες της δεύτερης σειράς βγήκαν σε άσπρο χρώμα. Σε όλες σχεδόν η ποιότητα βαφής του μαύρου πλαίσιου ήταν μέτρια και οι εξατμίσεις σκούριαζαν εύκολα.
Copyright © guzzista.gr
Πηγές:Legend Bike, Τεύχος 127, Απρίλιος 2003- Wikipedia-Ian Falloon Moto Guzzi Sport & Le Mans Bible