Moto Guzzi: Lemans III 1983 Μοντέλα Moto Guzzi
Πριν 6 χρόνια Ιαπωνικές μοτοσυκλέτες με ευρωπαϊκό στυλ δεν υπήρχαν. Από τότε, το CBX ήρθε και έφυγε, τα υπόλοιπα 2κύλινδρα και 4κύλινδρα ήρθαν και έμειναν. Τώρα οι ρέπλικα κλασσικές Ιταλικές σπορ μοτοσυκλέτες έρχονται από την Ιαπωνία με ονόματα όπως Interceptor και GPZ. Τι απέγινε εκείνη η ζωηρή σπορ μοτοσυκλέτα του "πραγματικού" αναβάτη, το Le Mans; Προσέξτε, η πλέον ερεθιστική μοτοσυκλέτα της Ιταλίας είναι ζωντανή και καλύτερη από ποτέ.
Τα τελευταία καλά νέα από την Ιταλία είναι οτι το 850 Le Mans, με την ονομασία Mark III, επέστρεψε. Μερικά χρόνια πριν, τα μεγάλα καρμπυρατέρ του και τα υψηλής συμπίεσης πιστόνια των 850cc, έπεσαν θύματα του Αμερικανικών προδιαγραφών ρύπων. Στο ενδιάμεσο το Le Mans που πουλιόταν στην Αμερική απέκτησε τον κινητήρα των 949 κυβικών, ένα καλό δότη που ήταν όμως τόσο ομαλός, και τελικά βαρετός. Αυτή την χρονιά όμως υποδεχόμαστε το μικρότερο, πιο δυνατό 850, πιστοποιημένο για την "καθαρή" ατμόσφαιρα των Ην. Πολιτειών. Περισσότερα καλά νέα έρχονται με το νέο μοντέλο με την μορφή πλήθους αλλαγών, που έγιναν στις Ευρωπαϊκές εκδόσεις τα τελευταία δύο χρόνια και επιτέλους είναι διαθέσιμες στα εγχώρια μοντέλα. Νέο διανομέας η Benelli North America και μειωμένες τιμές. Το CX100 πέρσι κόστιζε 5498$ και το Le Mans III 4518$.
Μολονότι η μοτοσυκλέτα του εξωφύλλου είναι ένα στάνταρ Le Mans III, η μονάδα της δοκιμής είναι η προσωπική μοτοσυκλέτα του Jim Woods, αντιπροσώπου της Moto Guzzi, με κάποιες αισθητικές αλλαγές. Kal-Gard βαμμένους τροχούς και διαφορικό, γυαλισμένα φλοτέρ και βάσεις εξάτμισης, μπουζόπιπες χαμηλής αντίστασης. Επίσης αφαιρέθηκαν η ανακλαστική ταινία από το φέρινγκ και ο πλαγιοστάτης. Μια λάμπα αλογόνου πήρε την θέση της στάνταρ και ένας καθρέφτης στην άκρη του τιμονιού αντικατέστησε αυτόν που βίδωνε πάνω στο δοχείο του συμπλέκτη.
Οι γωνιώδης ψήκτρες αυξάνουν ελάχιστα την επιφάνεια ψύξης αλλά εσωτερικά οι κύλινδροι έχουν νέα πιστόνια από σκληρότερο μέταλλο. Η Moto Guzzi έχει αναπτύξει και πατεντάρει μια νέα μέθοδο που ονομάζει Nigusil, η οποία σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, διαφέρει από τις άλλες μεθόδους σκλήρυνσης επιφανειών. Η διαδικασία της Guzzi περιλαμβάνει γαλβανισμό, ηλεκτρόλυση σε συνδυασμό με στερεά σωματίδια καρβίδιου του πυριτίου με ομοιόμορφη βάπτιση σε Νικέλιο. Αυτή η διαδικασία που πρωτοστάτησε στο V35 και V50, βελτιώνει την αντοχή στη φθορά σε σχέση με τα παλαιότερα χρωμιομένα κύλινδρα και μειώνει την κατανάλωση λαδιού. Πλέον όλα τα Guzzi έχουν Nigusil κυλίνδρους. Οι βαλβίδες εισαγωγής και τα καρμπυρατέρ του 850 Le Mans είναι διαφορετικά από του CX100.
Το νέο κοστούμι είναι μικρότερο από του CX, προστατεύει τον κορμό και τα χέρια του αναβάτη χωρίς στροβιλισμούς και ταιριάζει καλύτερα με το μεγαλύτερης χωρητικότητας (6,6 γαλόνια) ρεζερβουάρ. Η μικρή αεροτομή που είναι τοποθετημένη στο πλαίσιο αυξάνει την ομοιότητα με το μοντέλο του '82 αλλά δεν έχει την προέκταση στο κάτω μέρος. Επειδή η Moto Guzzi δοκιμάζει όλα της τα μοντέλα στην ιδιόκτητη αεροσήραγγα, το Le Mans παραμένει ακλόνητο σε πλάγιους ανέμους ακόμα και σε υψηλές ταχύτητες. Το ψαλίδι είναι ελαφρώς μακρύτερο κατά 0,5 ίντσα από του CX100, φτάνοντας τις 59 ίντσες. Η ανάρτηση του Le Mans λειτουργεί με αέρα. Τα πίσω ελατήρια έχουν 5 θέσεις προφόρτισης, αλλά η απόσβεση μπορεί να ρυθμιστεί ανάλογα. Το μάνιουαλ προτείνει 42psi μπροστά και 56psi πίσω. Με αυτές τις ρυθμίσεις η ανάρτηση είναι πολύ σκληρή και σε έντονη επιτάχυνση η μεταφορά της ροπής από τον άξονα κλειδώνει το πίσω μέρος. Μετά από αρκετό πειραματισμό κατέληξα σε χαμηλότερες πιέσεις, περίπου 10-15psi μπροστά και 20-30psi πίσω. Με αυτό το σετάρισμα το μόνο μειονέκτημα του Le Mans είναι ο τερματισμός των πίσω αμορτισέρ σε μεγάλες λακούβες, το οποίο συμβαίνει και με την σκληρή ρύθμιση. Οι αποσβέσεις μπροστά και πίσω ταιριάζουν με τα ελατήρια, όταν η πίεση του αέρα είναι κάτω από το προτεινόμενο όριο, αλλά η μαλακή προσέγγιση έχει κάποια μειονεκτήματα. Το πίσω μέρος υποφέρει από σκαμπανεβάσματα στο άνοιξε - κλείσε του γκαζιού. Όταν ο αναβάτης κλείσει το γκάζι στη μέση της στροφής, η μοτοσυκλέτα κρεμά και μειώνετε η απόστασή της από το έδαφος. Κλείνοντας ελαφρώς το γκάζι στις στροφές μπορεί να προκαλέσει μια ελαφρά ταλάντωση στο πιρούνι, η οποία εξαφανίζεται (ή δεν εμφανίζεται ποτέ) αν ο αναβάτης κρατήσει το γκάζι ανοιχτό. Τα ελαστικά της Pirelli είναι πολύ καλά. Κρατάνε σταθερή την τροχιά της μοτοσυκλέτας, έχουν καλή πρόσφυση στις στροφές και μεταφέρουν αρκετή πληροφορία στον αναβάτη. Ωστόσο φθείρονται γρήγορα. Σύμφωνα με τον Woods το μπροστινό λάστιχο ΟΕΜ 100/90 ΜΤ29 σε έντονη χρήση μπορεί να φθαρεί μετά από 2.000 μίλια, ενώ ένα 4.10 ΜΤ28 θα δώσει διπλάσια διάρκεια ζωής. Το ΜΤ28 που προορίζεται για τον πίσω τροχό, δεν έχει χάραξη στα πλευρά του. Το τιμόνι του Le Mans γίνεται εξαιρετικά αργό και βαρύ με το ΜΤ28 και το 3άρη είναι απρόθυμο να αλλάξει κατεύθυνση γρήγορα. Η σταθερότητα είναι άψογη, το μηχανάκι παραμένει φυτεμένο και το μπροστινό λάστιχο κολλάει με ασφάλεια στο δρόμο. Σε ακραίο στρίψιμο το πίσω λάστιχο θα ουρλιάξει στα όρια της πρόσφυσης, αφού τα μαρσπιέ θα έχουν ακουμπήσει το έδαφος. Στη συνέχεια τοποθετήσαμε το ΟΕΜ λάστιχο με τη μικρότερη διατομή και τα χαραγμένα πλαϊνά. Το τιμόνι του Le Mans έγινε αμέσως ελαφρύτερο και έγερνε από στροφή σε στροφή πολύ γρηγορότερα. Οι περισσότεροι δοκιμαστές προτίμησαν αυτόν τον συνδυασμό αν και οι σκληροπυρηνικοί οδηγοί θεώρησαν οτι χάνουν στα όρια την ακλόνητη αίσθηση ασφάλειας που έδινε το ΜΤ28 μπροστά. Με το ΜΤ29 το μπροστινό χάνει την αίσθηση του και το αισθάνεσαι λιγότερο καρφωμένο στο έδαφος, πριν το πίσω ελαστικό φτάσει στα όρια πρόσφυσης. Το τίμημα της ευελιξίας! Τα λαστιχένια καλύμματα των μαρσπιέ, μετά από μερικές φορές που ακούμπησαν κάτω χαλάρωσαν και άρχισαν να περιστρέφονται στις βάσεις τους κάθε φορά που ακουμπούσαν κάτω. Στην αριστερή πλευρά το κεντρικό σταντ είναι αυτό που θα ακουμπήσει μετά. Στην δεξιά πλευρά μόνο το πεντάλ του φρένου θα βρει κάτω. Το συνδυασμένο σύστημα φρένων της Guzzi λειτουργεί με το πίσω φρένο και τον μπροστά αριστερό δίσκο, ενώ ο λεβιές του μπροστινού φρένου πιέζει μόνο τον δεξί δίσκο. Τα συνδυασμένα φρένα σε άλλες μοτοσυκλέτες δεν είχαν εντυπωσιάσει τους δοκιμαστές του Cycle World μέχρι σήμερα. Άλλα συστήματα έχαναν σε προοδευτικότητα και πληροφόρηση, άλλα σε ισχύ φρεναρίσματος ή και στα δύο. Το σύστημα του Le Mans όμως έιναι διαφορετικό καθώς σταματάει τη μοτοσυκλέτα γρήγορα και άνετα, εν μέρη λόγω των εξαιρετικών δαγκανών και δίσκων της Brembo. Χρησιμοποιώντας μόνο το πετάλ του φρένου η μοτοσυκλέτα σταματά ευθεία και με ασφάλεια. Πιέζοντας με περισσότερη δύναμη προκαλείς μια στέρεη και προοδευτική επιβράδυνση. Χρησιμοποιώντας και το μπροστινό φρένο συμπληρωματικά με το πίσω, τα μάτια του αναβάτη κολλάνε στην ζελατίνα του κράνους του. Στη μοτοσυκλέτα της δοκιμής το μπροστινό φρένο είχες κάπως σπογγώδη αίσθηση δίνοντας δυσανάλογη διαδρομή στη μανέτα. Επί πλέον η μανέτα του φρένου εμπλέκει σε απόσταση από το γκριπ, κάνοντας το χειρισμό του γκαζιού δύσκολο στα κατεβάσματα. Παρόλα αυτά το φρενάρισμα είναι εντυπωσιακό.
Πρώτη δημοσίευση-φωτο: Cycle Magazine, 1983
Μετάφραση-απόδοση στα Ελληνικά: Δημ. Αποστόλου -Copyright © guzzista.gr