Στρατιωτικά μοντέλα Μοντέλα Moto Guzzi
Λίγο πρίν τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, οι ένοπλες δυνάμεις είχαν αρχίσει να δείχνουν ενδιαφέρον για τις μοτοσικλέτες, αν και δεν ήξεραν κατά πόσο θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμες.
Αν και ήταν εμφανές το πλεονέκτημα των δίτροχων σε ότι αφορά την ευελιξία για λόγους επικοινωνίας και αναγνώρισης, παρόλα αυτά υπήρχε η τάση να λαμβάνεται υπόψη μόνο το οικονομικό σκέλος και κατά πόσο θα μπορούσε η χρήση της να συμβάλλει σε λιγότερο κόστος, και οικονομία καυσίμων. Έτσι τα εργοστάσια παρήγαγαν μοτοσικλέτες εξοπλισμένες με πυροβόλα όπλα μονταρισμένα στο τιμόνι, άλλες με εξοπλισμό για αντιαεροπορικά πυρά και μοτοσικλέτες με καρότσα για την μεταφορά αρρώστων και τραυματιών.
Η GUZZI έλαβε την πρώτη στρατιωτική παραγγελία το 1928 που αφορούσε 245 μοτοσικλέτες με ανάρτηση και σπαστό ψαλίδι. Βασικά επρόκειτο για παραλλαγή του μοντέλου GT 500 το οποίο στην πολιτική του έκδοση είχε αυτά τα στοιχεία. Οι σχεδιαστές και κατασκευαστές είχαν όμως να ξεπεράσουν ένα εμπόδιο. Οι ανάγκες υπαγόρευαν για οχήματα με λίγο βάρος και ικανά να ανταπεξέρχονται σε όλα τα τερέν. Αποτέλεσμα ήταν το GT 17 το οποίο βασίζονταν στο πολιτικό GT 16 (εξέλιξη του αρχικού GT500) και πρωτοεμφανίστηκε το 1932. Η κυριότερη διαφορά με την πολιτική έκδοση ήταν οι ρυθμιζόμενες πίσω αναρτήσεις, ώστε να είναι εφικτή η προσαρμογή ανάλογα με το βάρος. Το ρεζερβουάρ βενζίνης ήταν λίγο μικρότερο και περισσότερο στρογγυλεμένο, διότι η διπλά σέλα αναβάτη/συνεπιβάτη είχε μετακινηθεί ελαφρώς εμπρός. Επιπλέον οι τρείς σχέσεις του κιβωτίου ταχυτήτων ήταν κοντύτερες. Οι ζάντες, τα φρένα και τα μασπιέ παρέμειναν τα ίδια με την πολιτική έκδοση. Αρκετά εξειδικευμένα αξεσουάρ, όπως πλαϊνές μεταλλικές βαλίτσες, ειδικές βάσεις για οπλικό εξοπλισμό είχαν ήδη κατασκευαστεί.
Το «βάπτισμα του πυρός» ήρθε το 1935 κατά την διάρκεια της Αφρικάνικης Εκστρατείας με ενορχηστρωτή τον Μουσολίνι. Όλος ο στρατιωτικός κόσμος θαύμασε τις ικανότητες της μοτοσικλέτας, στις δύσκολες περιοχές της ερήμου στην Βόρεια Αφρική. Με αρκετή δόση θαυμασμού στο ημερολόγιο του στρατιώτη E. Novellini βρέθηκε –μεταξύ άλλων- το εξής κείμενο: «[…]Ξεκίνησα στις έξι για την Dembeguina με μία εντελώς καινούρια μοτοσικλέτα, φορώντας εντελώς καινούριες μπότες. Μετά από 12 ώρες έφτασα στον προορισμό μου. Τα ποδοστήρια δεν υπήρχαν στις θέσεις τους, ούτε οι δικές μου μπότες…Το γεγονός αυτό μπορεί να σας δώσει μια εικόνα για το τι είδους δρόμοι ήταν αυτοί που είχα να περάσω…»
Για τις ανάγκες στρατιωτικής μεταφοράς ένα side car είχε φτιαχτεί ειδικά για το Alce και έτσι μπορούσε να μεταφέρει μέχρι και τρεις στρατιώτες.
Σε ότι αφορά την ευελιξία, εκ των πραγμάτων το ασύμμετρο σύνολο μοτοσικλέτα/side car δημιουργούσε προβλήματα σταθερότητας και αξιόπιστου κρατήματος, τα οποία μια τρίτη ανάρτηση στην ρόδα του καλαθιού και αντιστρεπτική δοκός καλούνταν να διαχειριστούν (με επιτυχία) το θέμα. Εταιρείες όπως η Gilera και η Norton απέφευγαν τα σπαστά πλαίσια στις μοτοσικλέτες τους με side car προτιμώντας τα άκαμπτα. Επομένως δικαίως μπορεί κάποιος να ισχυριστεί πως η GUZZI είχε τα πρωτεία σε ότι αφορά τις μοτοσικλέτες με side car, με τα οποία ήταν ικανή να προσφέρει εξίσου –
αν όχι καλύτερο- καλό κράτημα, ασφάλεια και εμπιστοσύνη. Το Alce-sidecar είχε 260 κιλά βάρος και ικανότητα φορτώματος 220 κιλών και κατασκευάστηκε σε 669 μονάδες.
Την εποχή που ακολούθησε κάποια ελαφρώς τροποποιημένα Nuovo Falcone έκαναν μικρή «στρατιωτική» υπηρεσία, ενώ κάποια πρωτότυπα βασισμένα στα Airone και Lodola, δεν είδαν ποτέ το φως της παραγωγής, αν και σώματα ασφαλείας, στρατός, αεροπορία κλπ χρησιμοποίησαν παραλλαγές (μικρότερα καρμπυρατέρ, χαμηλότερη σχέση συμπίεσης) του πολιτικού Αirone 250 και Falcone turismo 500 σε χακί ή ανοιχτό γκρί χρώμα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '60.
Για το Mulo meccanico 3x3 δείτε ΕΔΩ.